Ο πανούργος Κουέντιν βάζει στο δημιουργικό του στόχαστρο ακόμη ένα κινηματογραφικό είδος, το γουέστερν, αρχικά αποδομώντας το και.... στη συνέχεια εμπλουτίζοντάς το με απολαυστικούς ιστορικούς αναχρονισμούς, χιούμορ και, φυσικά, μπόλικη βία. Το «Django: Ο Τιμωρός», το οποίο κυκλοφορεί στις αίθουσες στις 17/1, αποτελεί το πιο φιλόδοξο κινηματογραφικό εγχείρημα στην καριέρα του 49χρονου σκηνοθέτη, ένα καθαρόαιμο ταραντινικό έπος που είναι καταδικασμένο να σοκάρει… Και οι πέντε υποψηφιότητες για Όσκαρ που εξασφάλισε είναι η πρώτη του επιβράβευση.
Αυτό που συμβαίνει συνήθως σε κάθε γενιά –όπως και σε αυτήν των 30+ στην οποία ανήκω– είναι ότι σπανίως αντιλαμβανόμαστε πόσο γρήγορα περνά ο χρόνος ή μάλλον αρνούμαστε να αντιληφθούμε το διάστημα το οποίο έχει μεσολαβήσει από τη στιγμή που ως ανήσυχοι έφηβοι ρουφούσαμε μέχρι το μεδούλι την ποπ κουλτούρα όπου κι αν την συναντούσαμε:
σε κάποια οθόνη, στο hi-fi ή σε κάποιο ξεφτισμένο έντυπο. Είναι εξαιρετικά δύσκολο να συνειδητοποιήσουμε σε μια κουβέντα ή σε έναν οποιονδήποτε συνειρμό ότι έχουν περάσει δύο ολόκληρες δεκαετίες από την πρεμιέρα του «Reservoir Dogs» και 18 χρόνια από εκείνη του «Pulp Fiction». Βέβαια, αυτό δεν οφείλεται μόνο στην υποσυνείδητη άρνησή μας να αποδεχτούμε την ηλικία μας… Ενώ άλλα –υποτιθέμενα δυναμικά– κινηματογραφικά ρεύματα των ’90s όπως το Δόγμα 95 ξεπεράστηκαν αμέσως και διάττοντες αστέρες της εποχής όπως ο Άρνολντ Σβαρτζενέγκερ έγιναν από ηθοποιοί κυβερνήτες πολιτειών, το σινεμά του Κουέντιν Ταραντίνο παραμένει μέχρι σήμερα εξαιρετικά μοντέρνο.
Ο Αμερικανός auteur υπήρξε από τις αρχές της δεκαετίας του ’90 από τους θεμελιωτές του μεταμοντέρνου σινεμά (metacinema), καταργώντας στην πράξη τα όρια μεταξύ mainstream, καλλιτεχνικών και «δεύτερων» ταινιών. Το «Pulp Fiction» του ’94 υπήρξε σημείο μηδέν για το μέσο, ένα ισχυρό σοκ για τις μεγάλες αφηγήσεις και ταυτόχρονα το πρόωρο πέρασμα της 7ης τέχνης στο νέο αιώνα, όπου αξίες, δομές και κανόνες που θεωρούνταν μέχρι τότε δεδομένοι έμπαιναν πλέον υπό πλήρη αμφισβήτηση. Όπως ορθώς ισχυρίζεται η δημοσιογράφος Κιμ Μόργκαν, ο Ταραντίνο «δεν ανθολόγησε απλώς τις αγαπημένες του σκηνές από το ασιατικό σινεμά, τα σπαγκέτι γουέστερν, το ιταλικό giallo, τον Μπράιαν ντε Πάλμα και το exploitation. Στην πραγματικότητα έχτισε πάνω σε αυτά, αναμειγνύοντας τα αισθητικά και τα θεματικά τους στοιχεία, συνθέτοντας μια καλοδουλεμένη geek κινηματογραφική όπερα».
Λεονάρντο ντι Κάπριο: θα χυθεί αίμα
Αυτό που μονοπώλησε σε μεγάλο βαθμό το ενδιαφέρον του διεθνούς Τύπου αλλά και της ακαδημαϊκής μελέτης τα τελευταία είκοσι χρόνια ήταν, δυστυχώς, τα κομμάτια που συνέθεσαν το απενοχοποιημένο μεταμοντέρνο σινεμά του και όχι αυτό που έχει (να) προσφέρει ο Ταραντίνο πέρα από την πρωτοπόρα πολυσπερμική αισθητική του – όπως για παράδειγμα το ευφυές δίπτυχο «blood and brains» που βρίσκεται πίσω από κάθε ταινία του. Κι αν για την υπερβολική χρήση βίας έχουν γραφτεί τόσα και τόσα –θετικά και αρνητικά–, οι λαλίστατοι, εκκεντρικοί πρωταγωνιστές του σπανίως μπαίνουν στο στόχαστρο οποιασδήποτε κριτικής, δημοσιογραφικής ή σινεφιλικής προσέγγισης. Η παραγωγική φλυαρία και η φατική επικοινωνία, τις οποίες έκλεψε ανερυθρίαστα από την υπεραγαπημένη του νουβέλ βαγκ και το ίνδαλμά του Ζαν-Λικ Γκοντάρ, αποτελούν αναπόσπαστα κομμάτια της δημιουργικής του δεξιοτεχνίας. Αρκεί να θυμηθείτε τον Κρίστοφ Βαλτζ και τις απολαυστικότατες πολυγλωσσικές παρλαπίπες του στο ξεκίνημα του «Άδωξοι Μπάσταρδη». Επίσης, αυτό που αξίζει να παρατηρήσει κάποιος στις ταινίες του Ταραντίνο είναι η ετεροχρονισμένη εκδίκηση που παίρνουν οι αδικημένοι της παγκόσμιας Ιστορίας στην οθόνη: οι καταπιεσμένες γυναίκες από τους βίαιους άντρες, οι Εβραίοι από τους ναζί και τώρα στο όγδοο μεγάλου μήκους φιλμ του «Django: Ο Τιμωρός» οι δούλοι από τα λευκά αφεντικά τους.

